΄Οταν κάποτε αποδημήσω εις Κύριον
το τριαντάφυλλο-γη θα τραγουδάει
τη χαμένη του Διεθνή.
Εκατομμύρια ΄Αγιοι Εμιγκρέδες θα τραγουδάνε
τη χαμένη τους Διεθνή.
Εκατομμύρια δάκρυα-στίχοι θα τραγουδάνε
τη χαμένη τους Διεθνή.
Κι ο ποιητής με τη γλώσσα -Σειρήνα θα καλεί
εκατομμύρια ΄Αγιες πόρνες να ραίνουν το
σώμα-ποίημα με ανθόστιχους
για τη χαμένη τους Διεθνή.


Γιώργος Βλάχος

Παρασκευή, 30 Αυγούστου 2013

Seamus Heaney




Tο υπουργείο του τρόμου




Joe Wrinn/Harvard University, via Reuters
Seamus Heaney at Harvard University in 1995.


Για τον Σέιμους Ντην


Τουλάχιστον , όπως έλεγε ο Καβάνα , ζήσαμε
Σε σημαντικά μέρη . Ο μοναχικός γκρεμός
του Κολεγίου <<΄Αγιος Κόλουμπ >> , όπου υπηρέτησα
Για έξι χρόνια , είχε θέα προς το Μπογκσάιντ σου .
΄Εμπαινε η ματιά μου σε νέους κόσμους : τα φλεγόμενα
λαρύγγια
Του Μπραντυγουέλλ , το σκυλοδρομιό του πλημμυρισμένο
φώτα ,
Τον μηχανικό λαγό να παίρνει μπρος . Την πρώτη βδομάδα
Είχα τέτοια νοσταλγία για το σπίτι μου που ούτε τα
μπισκότα
που μου είχαν αφήσει για να μου γλυκάνουν την εξορία δεν
μπορούσα να φάω .
Τα πέταξα πάνω απ’ τον φράχτη μια νύχτα
Του Σεπτέμβρη του 1951
΄Οταν τα φώτα των σπιτιών στην οδό Λέκυ
΄Ησαν σαν κεχριμπάρια στην ομίχλη . Στα κλεφτά
Τα πέταξα .
΄Επειτα Μπέλφαστ , και μετά Μπέρκλευ .
Και τα δυο πολύ σικ ,
Πρώτες απόπειρες με τους στίχους όσο να γίνουν
Ολόκληρη η ζωή : από φουσκωμένους φακέλους που φτάνουν
Την εποχή των διακοπών ως τις ολιγοσέλιδες συλλογές
Σταλμένες με << τους χαιρετισμούς του συγραφέα >> .
Εκείνα τα χειρόγραφα ποιήματα , που τα ξεκόλλαγες απ’ τη
συρμάτινη ράχη
Των σχολικών τετραδίων σου , με γέμιζαν απορία :
Φωνήεντα και ιδέες πέφτανε βροχή
΄Οπως οι σπόροι από τις συκομουριές μας .
Προσπάθησα να γράψω για τις συκομουριές
Κι  εφεύρα μια ρίμα με προφορά του Σάουθ Ντέρυ
΄Οπου το  α  ομοιοκαταληκτεί με το  ου .
Αυτές οι βουνίσιες μπότες με τα χοντρά καρφιά ,
Θεέ μου , πως καταπατούσαν το λεπτό
Γκαζόν της ορθοφωνίας .
΄Αλλαξαν
Οι προφορές μας ; << Οι καθολικοί γενικά δεν μιλούν
Τόσο καλά όσο οι φοιτητές απ’ τα προτεσταντικά σχολειά >> .
Τα θυμάσαι όλα αυτά ; Κατωτερότητας
Συμπλέγματα , υλικό για όνειρα ,
<< Πως είναι τ’ όνομά σου , Χήνυ : >>
<< Χήνυ , πάτερ >> .
<< ΄Εχει
Καλώς >> .
Την πρώτη μου μέρα , ο δερμάτινος βούρδουλας
΄Επαθε επιληπτική κρίση στην Μεγάλη αίθουσα ,
Κι αντηχούσε το βίτσιμα πάνω απ’ τις κεκλιμένες κεφαλές
μας ,
Εγώ όμως εξακολουθούσα να γράφω στο σπίτι ότι του
οικότροφου η ζωή
Δεν ήταν και τόσο κακή , δειλιάζοντας , ως συνήθως , να πω την
αλήθεια .

Στις μεγάλες διακοπές , τότε , ξαναγύριζα στη ζωή
Στων φιλιών το πίσω κάθισμα της  ΄Ωστιν 16
Παρκαρισμένη στο υπόστεγο , με τη μηχανή αναμμένη ,
Τα δαχτυλά μου γαντζωμένα σαν τον κισσό στους ώμους της
Και το φως που την περίμενε αναμμένο στην κουζίνα .
Κι επιστρέφοντας στο σπίτι , με του καλοκαιριού
Την ελευθερία να σιγοσβήνει νύχτα με τη νύχτα , τον αέρα
Γιομάτο φεγγαρόφωτο και άρωμα σανού , οι πολισμάνοι
Σείοντας  τους βαθυκόκκινους φακούς τους , να μαζεύονται γύρω
Απ’ το αυτοκίνητο σαν μαύρο κοπάδι , να ρουθουνίζουν και
Με τη μύτη του όπλου στο μάτι μου :
<< Πως ονομάζεσαι , οδηγέ ; >>
<< Σέιμους …>>
Σέιμους ;
Mια φορά διάβασαν τα γράμματά μου σ’ ένα μπλόκο στον
δρόμο
Και φώτισαν με τους φακούς τους τα ιερογλυφικά σου ,
<< Ευκίνητες εκφάνσεις >>  με περίτεχνο γραφικό χαρακτήρα .


Το ΄Ωλστερ ήταν βρετανικό , αλλά χωρίς δικαίωμα στην
Αγγλική λυρική ποίηση : oλογυρά μας , κι ας μην
Το λέγαμε με τ’ ονομά του , το υπουργείο του τρόμου .

Μετάφραση : Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ


Η Λεύκα

Ο αγέρας σείει τη μεγάλη λεύκα , επαργυρώνοντας
Το δέντρο ολάκερο με μια πνοή .
Ποια ζυγαριά λαμπρή γκρεμίστηκε κι άφησε τούτη τη 
βελόνα να τρεμοπαίζει ;
Ποιές φορτωμένες πλάστιγγες ατύχησαν ;


Η αμμουδιά

Ούτε τα ίχνη που' κανε του κύρη μου η μελία
Στην αμμουδιά του Σάντυμαουντ
Δεν θα τα σβήσει η φουσκοθαλασσιά .

Η Στάμπα

Ποιός χάραξε στη στρογγυλή τη στάμπα του βουτύρου
΄Εναν στάχυ σίκαλης , ψιλοδουλειά , γεμάτο σκλήθρες και
λεπίδες ;
Γιατί το βούτυρο το μαλακό να φέρει τέτοιο όργανο οξύ
Σα νά 'χε γδαρθεί το στήθος του από γυαλιά σπασμένα ;


΄Οταν ήμουν μικρός , κατάπια έναν αθέρα σίκαλης .
Ο λαιμός μου ήταν σαν σπαρτό πού τό ' πιασε δρεπάνι .
΄Ενοιωσα την άκρη του να γλιστρά και την αιχμή να
μπήγεται βαθιά
΄Ωσπου , σαν έβηξα και έβηξα ξανά και τελικά εβγήκε ,

Βγήκε κι ανάσα δροσερή , εωθινή , τόσο αιφνίδια και καθαρή
Λες και ανέπνεα αιθέρια παραδείσου
΄Οπου η Αγαθή , θεραπευμένη μετά από το μαρτύριο ,
κοιτάζει
τη λεπίδα όπως εγώ κοιτούσα τον αθέρα .

Μετάφραση ; Θεοδόσης Νικολάου

Τα 3 τελευταία ποιήματα είναι από τη συλλογή ;
The spirit level
Πρώτη έκδοση ;  Faber and Faber Limited ,1996