΄Οταν κάποτε αποδημήσω εις Κύριον
το τριαντάφυλλο-γη θα τραγουδάει
τη χαμένη του Διεθνή.
Εκατομμύρια ΄Αγιοι Εμιγκρέδες θα τραγουδάνε
τη χαμένη τους Διεθνή.
Εκατομμύρια δάκρυα-στίχοι θα τραγουδάνε
τη χαμένη τους Διεθνή.
Κι ο ποιητής με τη γλώσσα -Σειρήνα θα καλεί
εκατομμύρια ΄Αγιες πόρνες να ραίνουν το
σώμα-ποίημα με ανθόστιχους
για τη χαμένη τους Διεθνή.


Γιώργος Βλάχος

Κυριακή, 25 Αυγούστου 2013

Pier Paolo Pasolini








Το λαϊκό τραγούδι

 ( Il canto popolare )

Απροσδόκητο το χίλια εννιακόσια πενήντα δύο πάνω απ ΄ την Ιταλία περνά
Μονάχα ο λαός το γνήσιο αίσθημα κρατά :
ποτέ εκτός χρόνου , και το μοντέρνο δεν μπορεί να τον τυφλώσει, γιατί πάντα ο λαός είναι πιο μοντέρνος ,
σε χωριά σκορπισμένος , σε περιφέρειες, με νέους ανθρώπους
πάντα νέους – νέους στο παλιό τραγούδι –
να το λένε πάλι , καθώς ήταν πρώτα, αληθινό.


Καίει γλυκά του χρόνου ο πρώτος ήλιος
πάνω απ ΄ της πόλης τις στοές
της επαρχίας, στα μέρη εκείνα που ,
ακόμα γνωρίζουν από χιόνι , πάνω στα κοπάδια των Απεννίνων: στις βιτρίνες των κέντρων
τα νέα χρώματα των ρούχων, οι νέες φορεσιές
όπως σε φωτιές καθάριες
λένε πόσο ξανανιώνει ο κόσμος σήμερα , καθώς καινούριες χαρές σηκώνονται…

Α, εμείς που ζούμε σε μια γενιά μόνο, κάθε
γενιά που έζησε δω, σ΄αυτούς εδώ τους τόπους τώρα πια που ξέπεσαν , πώς να σκεφτούμε άλλονε που ζει την ιστορία σαν παραμύθι
και ζει καθάρια, κι όχι πέρα απ ΄ τη μνήμη της γενιάς του, που μέσα της πάλλεται, η δική του ζωή.

Στη ζωή, που είναι ζωή γιατί έτσι στο μυαλό
μας την έχουμε πλασμένη,
για το πέρασμά μας από δω – και τώρα την ξεμάθαμε , άπληστοι να τη σώσουμε – περιμένει – τραγουδώντας ταπεινά,
κρυμμένος μες στις συνοικίες μας
που δεν εγνώρισε ποτέ, έτοιμος απ ΄ τους παλιούς και νέους καιρούς – ο λαός: σιωπά μέσα του ο άνθρωπος η μοίρα.

Και αν σε κείνους τους παλιούς καιρούς γυρίζουμε
και τόχουμε προνόμιο, άλλοι χείμαρροι
του λαού ιδού τραγουδάνε: τόχουμε κρατήσει το σχήμα απ ΄ τον καιρό των πρώτων χρόνων του Χριστού
κι όμως πίσω μένει, ακίνητο, εκείνο το τραγούδι. και το λένε ίδια,
Στις βραδιές γλόμποι κι όχι πια δάδες
κι η γειτονιά αλλοιώτικη δεν φαίνεται, δεν φαίνονται αλλιώτικα τα νέα παιδιά ….

Ανάμεσα στα σκοτεινά περβόλια, στον οκνό χλωμό ήλιο
Adalbertos komis kurtis!, τα παιδάκια
της Ιβρέας στριγγλίζουνε, και στις κοιλάδες
της Τοσκάνης, με τσιριξιές χελιδονιών:
Hor atorno fratt Helya! Tη θεία βία επάνω στις
σκληρές καρδιές ο κλήρος
σπρώχνει , αγροίκος, και νήπια άγρια τους κρατά στο φέουδο της επαρχίας , η θεϊκή αυτοκρατορία : Και ο λαός τραγουδά.

Ένα μεγάλο κονσέρτο από σκαρπέλα
στο Καπιτώλιο επάνω ακούγεται, επάνω στα νέα Απέννινα,
επάνω στα χωριά τα ασπρισμένα από τις ΄Αλπεις, γιγαντώνοντας τη πέτρα του τραβερτίνο στο νέο χώρο όπου ο ΄Ανθρωπος ελευθερώνεται : κι ο εργάτης « Πού ήσουνα ψές βράδυ…..» Dov'andastà
jersera... τραγουδά, με την ψυχή σπαταλημένη στον δικό του γοτθικό κόσμο. Ο κόσμος σκλαβιά μένει στον λαό. Και ο λαός τραγουδά.

Μαθαίνει ο αστός από γεννησιμιού του το
«Αυτό θα γίνει», ( Ca ira …), κι αναριγά μέσα στον ναπολεόντειο αέρα μπροστά στον ύμνο του Δέντρου της Ελευθερίας,
τρέμουν τα νέα των εθνών χρώματα.
Μα, σκύλος πεινασμένος ο εργάτης, τ ΄ αφεντικά του διαφεντεύει, κι άγρια τραγουδά
Γκουαλιούνε , μάλα βίτα! κοπάδια ανήμερα. Η λευτεριά φωνή δεν έχει για τη σκυλίσια φτώχεια. Κι ο λαός τραγουδά.

Παιδί του λαού που τραγουδάς ,
εδώ στη Ρεμπίπια, επάνω στην άθλια όχθη
του Ανιένε το νέο τραγουδάκι, παινεύεις ειν ΄ αλήθεια, τραγουδώντας την αρχαία γιορτή μες την απλή σου τη ζεστή καρδιά.
΄Όμως εσύ ποια σιγουριά σκληρή μαζεύεις την ώρα που την πλερωμή σου παίρνεις , ανάμεσα σε άξεστες
παράγκες κι ουρανοξύστες, χαρούμενο σπέρμα στην καρδιά του θλιβερού κόσμου του λαού.


Μέσα στην ασυνειδησία σου υπάρχει η συνείδηση
που η ιστορία μέσα σου θέλει, αυτή η ιστορία
που για τον ΄Ανθρωπο πια δεν έχει παρά τη βία
των αναμνήσεων, όχι την μνήμη την ελεύθερη
Κι ύστερα , ίσως δεν έχει να διαλέξει άλλο δρόμο, απ ΄ το να δώσει στη δίψα του για δίκιο
τη δύναμη της ευτυχίας της δικιάς του,
και στο φως μιας εποχής που αρχινά, το φως μιας ύπαρξης που δεν γνωρίζει τον εαυτό της.
 

1952 - 53

Μτφρ: Νεοκλής Κυριάκου


Il canto popolare



Improvviso il mille novecento
cinquanta due passa sull'Italia:
solo il popolo ne ha un sentimento
vero: mai tolto al tempo, non l'abbaglia
la modernità, benché sempre il più
moderno sia esso, il popolo, spanto
in borghi, in rioni, con gioventù
sempre nuove - nuove al vecchio canto -
a ripetere ingenuo quello che fu.

Scotta il primo sole dolce dell'anno
sopra i portici delle cittadine
di provincia, sui paesi che sanno
ancora di nevi, sulle appenniniche
greggi: nelle vetrine dei capoluoghi
i nuovi colori delle tele, i nuovi
vestiti come in limpidi roghi
dicono quanto oggi si rinnovi
il mondo, che diverse gioie sfoghi...

Ah, noi che viviamo in una sola
generazione ogni generazione
vissuta qui, in queste terre ora
umiliate, non abbiamo nozione
vera di chi è partecipe alla storia
solo per orale, magica esperienza;
e vive puro, non oltre la memoria
della generazione in cui presenza
della vita è la sua vita perentoria.

Nella vita che è vita perché assunta
nella nostra ragione e costruita
per il nostro passaggio - e ora giunta
a essere altra, oltre il nostro accanito
difenderla - aspetta - cantando supino,
accampato nei nostri quartieri
a lui sconosciuti, e pronto fino
dalle più fresche e inanimate ère -
il popolo: muta in lui l'uomo il destino.

E se ci rivolgiamo a quel passato
ch'è nostro privilegio, altre fiumane
di popolo ecco cantare: recuperato
è il nostro moto fin dalle cristiane
origini, ma resta indietro, immobile,
quel canto. Si ripete uguale.
Nelle sere non più torce ma globi
di luce, e la periferia non pare
altra, non altri i ragazzi nuovi...

Tra gli orti cupi, al pigro solicello
Adalbertos komis kurtis!, i ragazzini
d'Ivrea gridano, e pei valloncelli
di Toscana, con strilli di rondinini:
Hor atorno fratt Helya! La santa
violenza sui rozzi cuori il clero
calca, rozzo, e li asserva a un'infanzia
feroce nel feudo provinciale l'Impero
da Iddio imposto: e il popolo canta.

Un grande concerto di scalpelli
sul Campidoglio, sul nuovo Appennino,
sui Comuni sbiancati dalle Alpi,
suona, giganteggiando il travertino
nel nuovo spazio in cui s'affranca
l'Uomo: e il manovale Dov'andastà
jersera... ripete con l'anima spanta
nel suo gotico mondo. Il mondo schiavitù
resta nel popolo. E il popolo canta.

Apprende il borghese nascente lo Ça ira,
e trepidi nel vento napoleonico,
all'Inno dell'Albero della Libertà,
tremano i nuovi colori delle nazioni.
Ma, cane affamato, difende il bracciante
i suoi padroni, ne canta la ferocia,
Guagliune 'e mala vita! in branchi
feroci. La libertà non ha voce
per il popolo cane. E il popolo canta.

Ragazzo del popolo che canti,
qui a Rebibbia sulla misera riva
dell'Aniene la nuova canzonetta, vanti
è vero, cantando, l'antica, la festiva
leggerezza dei semplici. Ma quale
dura certezza tu sollevi insieme
d'imminente riscossa, in mezzo a ignari
tuguri e grattacieli, allegro seme
in cuore al triste mondo popolare.

Nella tua incoscienza è la coscienza
che in te la storia vuole, questa storia
il cui Uomo non ha più che la violenza
delle memorie, non la libera memoria...
E ormai, forse, altra scelta non ha
che dare alla sua ansia di giustizia
la forza della tua felicità,
e alla luce di un tempo che inizia
la luce di chi è ciò che non sa.

1952-53