΄Οταν κάποτε αποδημήσω εις Κύριον
το τριαντάφυλλο-γη θα τραγουδάει
τη χαμένη του Διεθνή.
Εκατομμύρια ΄Αγιοι Εμιγκρέδες θα τραγουδάνε
τη χαμένη τους Διεθνή.
Εκατομμύρια δάκρυα-στίχοι θα τραγουδάνε
τη χαμένη τους Διεθνή.
Κι ο ποιητής με τη γλώσσα -Σειρήνα θα καλεί
εκατομμύρια ΄Αγιες πόρνες να ραίνουν το
σώμα-ποίημα με ανθόστιχους
για τη χαμένη τους Διεθνή.


Γιώργος Βλάχος

Σάββατο, 9 Αυγούστου 2014

Tornai József



Ο κύριος T.S.ELIOT μαγειρεύει μακαρόνια



Αξίζει να μην χάσετε αυτόν τον ήχο .
Σπάει στα δυο τα μακαρόνια
για να χωρέσουνε στη χύτρα ,
κι έπειτα με τα δυο του χέρια τα ρίχνει στο νερό
που βράζει στη λευκή ηλεκτρική κουζίνα .
Το νερό κοχλάζει και τα μακαρόνια
βουλιάζουν στον πάτο της χύτρας .
Ο κύριος ΄Ελιοτ ρίχνει μια ματιά στο πάρκο
απ' της κουζίνας το πλατύ ;παράθυρο :
βρέχει τώρα και άφθονο νερό
κυλάει απ' τους κορμούς των δέντρων
κι αναστατώνει την πρασιά , που μοιάζει
με το φαρμακερό , πράσινο φόντο του Σαργκάσσο


Τότε θυμάται τη χύτρα .
Τόση θεώρηση ήταν αρκετή
για ν' ανέβουν τα μακαρόνια
στην επιφάνεια του νερού .


Στραγγίζει το κουβάρι που ανεβαίνει
σε σουρωτήρι αμερικανικής κατασκευής
και χύνει πάνω τους κρύο νερό απ' τη βρύση .
<< Αυτό είναι απαραίτητο , αλλοιώς
τα μακαρόνια θα κολλήσουν >> . ΄Ετσι γραφει ο κύριος ΄Ελιοτ
πιο αργά το ίδιο βράδυ , σ' ένα φίλο .
<< ΄Ομως η πιο ενδιαφέρουσα στιγμή
είναι όταν σπάνε τα μακαρόνια
στη μέση μ' ένα ξερό ήχο :
σ' αυτόν , με κάποιο τρόπο
αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας >>.



Μετ : Ρούλα Κακλαμανάκη





Mr. T. S. Eliot tésztát főz



Azt a reccsenést hallani kell.
A csöveket sorra kettétöri,
hogy beleférjenek a fazékba,
két marokkal szórja bele
a fehér villanytűzhely fölött a vízbe.
A víz forr, zubog, a tészta
a fazék aljára süllyed.
Mr. Eliot egy pillantást vet
a konyhaablakon át a parkba:
kint esik az eső,
a fák oldalán jócskán csurog a víz,
a pázsit borzas, méregzöld
Sargasso-tenger.
 
Erről jut eszébe a fazék.
Ennyi elcsodálkozás elég volt,
hogy a tészta följöjjön
a víz tetejére.
 
Amerikai tésztaszűrővel szedi ki
az ugráló szálakat,
a csapból hideg vizet ereszt rá.
„Ezt tudni kell,
különben összeragad” – írja este felé
Mr. Eliot a barátjának.
„A legérdekesebb mégis az,
mikor a száraz tészta-csövek
recsegve kettétörnek:
ebben valahogy
magunkra ismerünk.”